Χιλιάδες γυναίκες με καρκίνο του μαστού μπορεί να γλιτώσουν τη χημειοθεραπεία με τη βοήθεια ενός γενετικού τεστ, που δείχνει ποιες θα ανταποκριθούν σε αυτήν και ποιες δεν την χρειάζονται.
Το τεστ αποτυπώνει τα γενετικά χαρακτηριστικά των όγκων και υπολογίζει τις πιθανότητες υποτροπής την επόμενη 10ετία. Με αυτό τον τρόπο βοηθά τους γιατρούς να καθορίσουν την ενδεδειγμένη θεραπεία για κάθε ασθενή.
Η νέα εξέταση δοκιμάστηκε σε αρκετές χιλιάδες γυναίκες και διαπιστώθηκε ότι έχει υψηλή αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα.
Ο καρκίνος του μαστού είναι η πιο συχνή κακοήθης νόσος στις γυναίκες. Το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Καρκίνου (GCO) υπολογίζει ότι ετησίως διαγιγνώσκεται σε σχεδόν 9.000 γυναίκες στην Ελλάδα.
Η πιο συχνή θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεσή του, που συχνά συνδυάζεται με χημειοθεραπεία για να αποτραπεί ο κίνδυνος υποτροπής. Ωστόσο η χημειοθεραπεία μπορεί να έχει πολλές παρενέργειες, ενώ δεν ωφελούνται όλες οι γυναίκες από αυτήν.
Για να εξακριβωθεί εάν μία γυναίκα θα ανταποκριθεί στη χημειοθεραπεία, υπάρχουν ήδη αρκετά γενετικά τεστ. Αυτό που δοκιμάστηκε στη νέα μελέτη λέγεται Prosigna. Αναλύει τη δραστηριότητα 50 γονιδίων που εμπλέκονται στην ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων.
Το συγκεκριμένο τεστ προορίζεται για γυναίκες διηθητικό καρκίνο του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς. Οι όγκοι πρέπει να είναι έως και σταδίου ΙΙΙ (ή 3).
Η μελέτη
Στη νέα μελέτη εντάχθηκαν 4.429 εθελοντές, ηλικίας 40 ετών και άνω. Η συντριπτική πλειονότητα ήταν γυναίκες. Όλες είχαν διαγνωσθεί με μη μεταστατικό (στάδια Ι έως ΙΙΙ) καρκίνο του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς. Μερικές είχαν και θετικούς λεμφαδένες (από 1 έως 9). Οι ερευνητές χώρισαν τους/τις ασθενείς τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία έκανε την κλασική χημειοθεραπεία και ύστερα ορμονοθεραπεία (ομάδα ελέγχου). Η άλλη έκανε πρώτα το τεστ και αναλόγως με τα ευρήματα έκανε τη διπλή θεραπεία (υψηλό σκορ υποτροπής) ή μόνο ορμονοθεραπεία (χαμηλό σκορ υποτροπής). Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, στους/στις ασθενείς με χαμηλό σκορ υποτροπής, η πρόγνωση ήταν παρόμοια είτε είχαν λάβει χημειοθεραπεία είτε όχι. Ειδικότερα, πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία εν ζωή και χωρίς υποτροπή βρισκόταν το:- 94,8% όσων είχαν κάνει χημειοθεραπεία και ορμονοθεραπεία μαζί
- 93,6% όσων είχαν λάβει μόνον ορμονική θεραπεία