Ραγδαία αύξηση παρουσιάζει η καθυστερημένη διάγνωση σοβαρών οφθαλμολογικών παθήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να αναστραφούν ή να αντιμετωπιστούν, αναφέρει η Ελληνική Οφθαλμολογική Εταιρεία (ΕΟΕ).
Όσο, όμως, εξελίσσονται δίχως την κατάλληλη θεραπεία, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης της όρασης, προειδοποιεί. Και υπενθυμίζει ότι η προστασία της όρασης αρχίζει από την πρόληψη.
Η ΕΟΕ κάνει τις επισημάνσεις αυτές με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Όρασης, που εφέτος τιμάται στις 8 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), τουλάχιστον 2,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως αντιμετωπίζουν διαταραχή της κοντινής ή μακρινής όρασης. Από αυτούς, σχεδόν οι μισοί έχουν απώλεια όρασης που θα μπορούσε να είχε προληφθεί. Σημαντικό ποσοστό, εξ άλλου, δεν έχει επισκεφθεί γιατρό για να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του.
Γλαύκωμα, καταρράκτης, ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια συγκαταλέγονται στις βασικές παθήσεις που απειλούν την όραση. Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι σε παγκόσμιο επίπεδο καταγράφονται περίπου:
- 94 εκατομμύρια περιπτώσεις απώλειας όρασης λόγω καταρράκτη
- 88,4 εκατομμύρια λόγω μη διορθωμένων διαθλαστικών σφαλμάτων
- 8 εκατομμύρια λόγω ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας
- 7,7 εκατομμύρια λόγω γλαυκώματος
- 3,9 εκατομμύρια λόγω διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας
Μην περιμένετε τα συμπτώματα για να πάτε στον οφθαλμίατρο
Η ΕΟΕ υπογραμμίζει ότι ο οφθαλμολογικός έλεγχος δεν πρέπει να γίνεται μόνο όταν εμφανιστεί κάποιο σύμπτωμα. Και αυτό διότι πολλές παθήσεις των ματιών εξελίσσονται για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να προκαλούν εμφανείς ενοχλήσεις. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να νομίζει ότι βλέπει φυσιολογικά. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να έχει αρχίσει μία παθολογική διεργασία η οποία μειώνει εν αγνοία του την όρασή του. Μάλιστα η απώλεια όρασης μπορεί να εξελίσσεται αργά και να μην γίνεται εύκολα αντιληπτή. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί όταν οι δύο οφθαλμοί δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό. Για τον λόγο αυτό ο προληπτικός έλεγχος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, τονίζει η ΕΟΕ. Η συχνότητά του καθορίζεται αναλόγως με:- Την ηλικία
- Το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό
- Την παρουσία παραγόντων κινδύνου, όπως η επαγγελματική έκθεση